Δημοσιεύστε τα άρθρα σας! Οποιοδήποτε άρθρο έχετε σχετικό με το περιεχόμενο του blog, και θέλετε να το μοιραστείτε μαζί μας, στείλτε το στο email που θα βρείτε στο προφίλ μου. Share your knowledge!

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2008

ΦΑΡΜΑΚΟ∆ΥΝΑΜΙΚΗ

Η Φαρμακοδυναμική είναι ταυτόσημη με τη θεωρητική Φαρμακολογία, επειδή ασχολείται με τους μηχανισμούς δράσης των φαρμάκων και με τις ενέργειες - επιθυμητές ή ανεπιθύμητες - που αυτά εμφανίζουν.
Η ενέργεια ενός φαρμάκου μπορεί να αναγνωριστεί ως μία μεταβολή σε κάποια φυσιολογική λειτουργία ενός ζωντανού οργανισμού, η οποία επιτείνεται ή καταστέλλεται. Συνήθως συνυπάρχουν πολλές ενέργειες, που μπορούν να διακριθούν σε κύριες και δευτερεύουσες. Η έννοια της κύριας ενέργειας ταυτίζεται με την επιθυμητή, ενώ οι δευτερεύουσες ενέργειες μπορεί να είναι είτε επιθυμητές είτε ανεπιθύμητες (παρενέργειες).
Το μέρος του οργανισμού όπου αρχίζει η δράση ενός φαρμάκου για να εκδηλωθεί η τελική φαρμακολογική ενέργεια ονομάζεται σημείο δράσης του φαρμάκου. Η τελική φαρμακολογική ενέργεια μπορεί να είναι η συνισταμένη από τη συμμετοχή διαφορετικών σημείων δράσης. Όσο πολυπλοκότερη είναι μία λειτουργία, τόσο περισσότερα θα είναι και τα σημεία δράσης των φαρμάκων που μπορούν να την επηρεάσουν. Η αρτηριακή πίεση, π.χ.,ρυθμίζεται από τη διάμετρο των αγγείων, τον ρυθμό της καρδιακής λειτουργίας και τον όγκο παλμού, τον ενδαγγειακό όγκο υγρών, καθώς επίσης και από τον νευρογενή τόνο του καρδιαγγειακού κέντρου του προμήκη. Επομένως, μία ουσία μπορεί να ελαττώσει την αρτηριακή πίεση επιδρώντας είτε στο λείο μυϊκό τοίχωμα των αγγείων, είτε στο μυοκάρδιο, είτε στους νευρώνες που στέλνουν ώσεις στην καρδιά και τα αγγεία, είτε τέλος στους νεφρούς (διούρηση).

Δείτε επίσης:ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ




Πηγή (αρχείο σε pdf) Διαβάστε περισσότερα...

Μεταβολισμός των φαρμάκων

Οι ουσίες του φυσικού περιβάλλοντος του ανθρώπου που είναι ξένες προς τον ενδιάμεσο μεταβολισμό (‘ξενοβιοτικά’) οδήγησαν στην προοδευτική ανάπτυξη πολύπλοκων ενζυμικών συστημάτων για την απομάκρυνσή τους. Σε αυτήν την κατηγορία ουσιών υπάγονται και τα φάρμακα, επειδή ακριβώς δεν ενσωματώνονται στον μεταβολισμό του κυττάρου για την παραγωγή ενέργειας.
Οι μηχανισμοί μεταβολισμού (ή βιομετατροπής) παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην απέκκριση ορισμένων φυσιολογικών ουσιών, όπως η χολερυθρίνη και οι ορμόνες.
Το ήπαρ κατέχει κεντρική θέση στο μεταβολισμό των φαρμάκων. Μία ξένη ουσία μπορεί επίσης να αδρανοποιηθεί και σε άλλους ιστούς, όπως ο εντερικός βλεννογόνος, οι νεφροί, οι πνεύμονες, τα επινεφρίδια, το δέρμα, ο πλακούντας και το αίμα (λευκοκύτταρα και πλάσμα). Για φάρμακα που χορηγούνται από το στόμα, σημαντικό ρόλο μπορεί να παίξουν τα ένζυμα της εντερικής χλωρίδας.
Ο μεταβολισμός των ξενοβιοτικών οδηγεί κατά κανόνα σε περισσότερο υδατοδιαλυτά παράγωγα, από την προσθήκη ιονιζόμενων ομάδων στο μόριό τους. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, οι μεταβολίτες χάνουν την ικανότητα να διαχέονται παθητικά μέσα από βιολογικές μεμβράνες και απεκκρίνονται περισσότερο με ενεργητικούς μηχανισμούς μεταφοράς. Οι μεταβολίτες που προκύπτουν από τη βιομετατροπή των φαρμάκων μπορεί να είναι αδρανείς ή δραστικοί. Υπάρχει το ενδεχόμενο μία ουσία να είναι αδρανής όταν χορηγείται και να ενεργοποιείται μέσα στον οργανισμό από τα ένζυμα βιομετατροπής (‘προφάρμακο’).

ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΑΝΤΙ∆ΡΑΣΕΙΣ

Οι μεταβολικές αντιδράσεις των ξενοβιοτικών διακρίνονται σε δύο ομάδες:
  1. Οξειδώσεις, αναγωγές και υδρολύσεις (μεταβολική φάση Ι)
  2. Συζεύξεις ή συνθέσεις (μεταβολική φάση ΙΙ).
Το ηπατικό λείο ενδοπλασματικό δίκτυο (μικροσωμάτια) είναι το σημείο όπου επιτελούνται οι σημαντικότερες αντιδράσεις οξείδωσης και σύζευξης.
Οι αντιδράσεις της πρώτης μεταβολικής φάσης επιφέρουν μετατροπές στα μόρια των ξενοβιοτικών, ανάλογες με τη δομή τους. Υπάρχουν φάρμακα που δεν μεταβολίζονται καθόλου από αυτές τις αντιδράσεις και εισέρχονται κατ’ευθείαν στη δεύτερη μεταβολική φάση. Άλλωστε, ορισμένα φάρμακα αποβάλλονται αναλλοίωτα από τον οργανισμό.



Μεταβολική φάση Ι
  1. Οξείδωση.
  2. Η μικροσωμιακή οξείδωση απαιτεί την παρουσία NADP, οξυγόνου, καθώς και του κυτοχρώματος P-450, μίας αιμοπρωτεΐνης ενσωματωμένης στο τοίχωμα του λείου ενδοπλασματικού δικτύου. Το κυτόχρωμα P-450, τα ένζυμα και τα συνένζυμα που το περιβάλλουν, ονομάζονται συλλογικά ‘ενζυμικό σύστημα μικροσωμιακής υδροξυλίωση’. Οι αντιδράσεις που καταλύονται είναι ποικίλες και περιλαμβάνουν υδροξυλίωση αρωματικούδακτυλίου ή αλειφατικής αλυσίδας, Ν-, Ο- και S-απαλκυλίωση (δηλαδή την απομάκρυνση μεθυλικής ή αιθυλικής ομάδας από ένα άτομο αζώτου, οξυγόνου ή θείου). Με αυτές τις αντιδράσεις δημιουργείται και το αντίστοιχο αλδεϋδικό παράγωγο (φορμαλδεΰδη, ή ακεταλδεΰδη). Στην ίδια ομάδα ανήκουν επίσης ο σχηματισμός αζω-οξειδίων και άζω-υδροξυλίων, ο σχηματισμός σουλφοξειδίων, η οξειδωτική απαμίνωση και η οξειδωτική αποσουλφούρωση.
    Σε πολλούς ιστούς, επιτελείται επίσης μη μικροσωμιακή οξείδωση, από την αλκοολική αφυδρογονάση ή την αλδεϋδική αφυδρογνάση που είναι κυτταροπλασματικά ένζυμα. Τα μιτοχονδριακά ένζυμα μονοαμινοξειδάση και διαμινοξειδάση μεταβολίζουν τις αμίνες αδρεναλίνη, ισταμίνη και ισοπροτερενόλη. Η ξανθινοξειδάση μετατρέπει τις πουρίνες σε ουρικό οξύ και μεταβολίζει επίσης την καφεΐνη και άλλες ξανθίνες.στις αντίστοιχες αλδεΰδες. Τέλος, η υδροξυλάση της τυροσίνης είναι σημαντικό ένζυμο στη βιοσύνθεση των αδρενεργικών μεταβιβαστών, επειδή υδροξυλιώνει την τυροσίνη προς L-β-3,4-διυδροξυ-φαινυλαλανίνη (L-dopa).
  3. Αναγωγή.
  4. ∆εν αποτελεί πολύ συχνό τρόπο μεταβολισμού ξένων ουσιών. Περιλαμβάνει την νιτρο-αναγωγή, την αζω-αναγωγή και την αναγωγή με τη δράση του ενζύμου αλκοολική αφυδρογονάση.
  5. Υδρόλυση.
  6. Αφορά μόνο στα φάρμακα που περιέχουν στο μόριό τους εστερικό ή αμιδικό δεσμό. Όταν ένας εστέρας υδρολύεται από μία εστεράση, τα προϊόντα διάσπασης είναι αλκοόλη και οξύ. Όταν ένα αμίδιο διασπάται από μία αμιδάση, προκύπτουν αμίνη και οξύ. Το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη) αποτελεί τέτοιο παράδειγμα εστέρα, και η προκαϊναμίδη παράδειγμα αμιδίου. Με υδρόλυση επίσης, ορισμένες πρωτεάσες συμμετέχουν στην ενεργοποίηση πρωτεϊνικών μορίων (π.χ. η μετατροπή της προϊνσουλίνης σε ινσουλίνη).




Μεταβολική φάση ΙΙ

Η δεύτερη μεταβολική φάση των φαρμάκων περιλαμβάνει τις αντιδράσεις εκείνες που οδηγούν στην προσθήκη κάποιου ενδογενούς υδατοδιαλυτού μορίου (συζεύξεις). Εκτός από τη φαρμακολογική αδρανοποίηση, η προσθήκη αυτή καθιστά το φάρμακο λιγότερο λιποδιαλυτό, δηλαδή επιταχύνει την απομάκρυνσή του από τον οργανισμό.
Στις αντιδράσεις σύζευξης υπάγεται η προσθήκη γλυκουρονικού οξέος, θειικού οξέος, αμινοξέων, γλουταθειόνης, ακετυλίου και μεθυλίου. Η σύζευξη γίνεται σε μόρια που περιέχουν ομάδα υδροξυλίου, καρβοξυλίου, πρωτοταγή ή δευτεροταγή αμινομάδα και σουλφυδρύλιο. Φάρμακα που περιέχουν μία ή περισσότερες από αυτές τις ομάδες μπορούν να εισέλθουν κατ’ευθείαν στη δεύτερη μεταβολική φάση, χωρίς να προηγηθεί η πρώτη.


  1. Σύνδεση με γλυκουρονικό οξύ (γλυκουρονιδοποίηση).
    Αποτελεί τη συχνότερη σύζευξη και γίνεται με το γλυκουρονικό οξύ (προϊόν μεταβολισμού της γλυκόζης που απαντά σε μεγάλες ποσότητες μέσα στο ηπατοκύτταρο). ∆ότης γλυκουρονικού οξέος είναι το ενεργοποιημένο μόριο ουριδινο-διφωσφορο-γλυκουρονικό οξύ (UDPGA). Η σύνδεση γίνεται στα μικροσώματα με την κατάλυση της γλυκουρονυλτρανσφεράσης, ενός ενζύμου με λιποπρωτεϊνική φύση.
    Τα γλυκουρονίδια ιονίζονται σε μεγάλο βαθμό κι έτσι απομακρύνονται γρήγορα με τα ούρα. Ένα μέρος αποβάλλεται με τη χολή, αλλά λόγω της παρουσίας του ενζύμου β-γλυκουρονιδάση των εντερικών μικροβίων, η οδός αυτή είναι πιο αργή (επανείσοδος του ασύζευκτου μορίου στην εντεροηπατική κυκλοφορία).
    Αν και τα γλυκουρονίδια είναι γενικώς αδρανή από φαρμακολογική άποψη, υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις, όπως π.χ,. το 6-γλυκουρονίδιο της μορφίνης.
    Όλες οι άλλες συζεύξεις καταλύονται από μη μικροσωμιακά ένζυμα.

  2. Ακετυλίωση.
    Απαραίτητη προϋπόθεση για την ακετυλίωση είναι η ύπαρξη αμινομάδας στο μόριο της ξένης ουσίας. ∆ότης του ακετυλίου είναι το οξικό οξύ, αφού προηγουμένως ενεργοποιηθεί από το συνένζυμο Α.
    Για λόγους γενετικούς, η ακετυλίωση πολλών φαρμάκων ενδέχεται να ποικίλλει μεταξύ διαφορετικών ατόμων.

  3. Σύνδεση με γλουταθειόνη.
    Η γλουταθειόνη λειτουργεί ως ενδογενές αδρανοποιητικό μόριο και είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την δέσμευση ξενοβιοτικών που περιέχουν αλογόνα και νιτρο-ομάδες. Με την αλληλοδιαδοχή ποικίλων αντιδράσεων, τελικώς προκύπτουν μερκαπτουρικά οξέα. Η σύνδεση με γλουταθειόνη αποτρέπει την ηπατοτοξότητα της παρακεταμόλης.
  4. Σύνδεση με γλυκίνη και άλλα αμινοξέα.
    Πολλά αμινοξέα μπορούν να συνδεθούν με φάρμακα, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει στο μόριο του φαρμάκου καρβοξύλιο. Στον άνθρωπο, τα αμινοξέα που συζεύγνυνται με ξένες ουσίες είναι κυρίως η γλυκίνη και η γλουταμίνη. Αντίθετα με τις άλλες αντιδράσεις σύζευξης, η σύνθεση παραγώγων με αμινοξέα απαιτεί την ‘ενεργοποίηση’ της ξένης ουσίας, που γίνεται με το συνένζυμο Α.

  5. Σύνδεση με θειικό οξύ.
    ∆ότης του θειικού οξέος είναι η 5-φωσφοθειική-3- φωσφαδενοσίνη (PAPS) και η αντίδραση καταλύεται από το ένζυμο θειοτρανσφεράση. Με αυτόν τον τρόπο μεταβολίζονται ορισμένα στεροειδή και αρωματικές αμίνες. Ένα μέρος από αυτά τα προϊόντα σύζευξης μπορούν να διασπασθούν από το ένζυμο σουλφατάση.

  6. Μεθυλίωση.
    ∆ότης του μεθυλίου είναι η ενεργός μορφή της μεθειονίνης (S- αδενοσυλομεθειονίνη) και η μεταφορά γίνεται με το ένζυμο μεθυλτρανσφεράση. Η μεθυλίωση είναι σημαντική αντίδραση για τη σύνθεση αδρεναλίνης και μετανεφρίνης.



ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΟΝ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟ


1. Η χημική δομή καθορίζει την πιθανότερη μεταβολική οδό, καθώς και το βαθμό αδρανοποίησης και αποβολής. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ίδια ουσία μπορεί να ακολουθήσει περισσότερες από μία μεταβολικές οδούς. Το ίδιο ισχύει επίσης και για τους μεταβολίτες που θα προκύψουν κατά την πορεία της βιομετατροπής.
2. Η δόση και η συχνότητα χορήγησης του φαρμάκου εμπεριέχουν τη δυνητική πρόκληση κορεσμού των μεταβολικών οδών, με τελικό αποτέλεσμα την επαγωγή των ενεχομένων ενζύμων.
3. Η οδός χορήγησης, δηλαδή το πέρασμα από τον εντερικό βλεννογόνο και το ήπαρ, που έχουν μεγάλη μεταβολική ικανότητα (φαινόμενο αρχικής διάβασης).
4. Ατομικοί παράγοντες όπως:
α. Γενετικοί (π.χ. η συγγενής έλλειψη ενός ενζύμου)
β. Ασθένειες (ηπατοπάθεια, νεφροπάθεια, ορμονικές διαταραχές)
γ. Εγκυμοσύνη (υπερπαραγωγή ενδογενών ορμονών που μεταβολίζονται στις ίδιες οδούς)
δ. Ηλικία (σε πολύ νεαρά ή πολύ ηλικιωμένα άτομα, τα ενζυμικά συστήματα ανεπαρκούν)
ε. Το γένος (σε πειραματόζωα, έχει παρατηρηθεί πως τα θηλυκά ζώα υστερούν στην αδρανοποίηση ορισμένων φαρμάκων)
στ. Εντερική χλωρίδα (που καθορίζεται, μεταξύ των άλλων, και από τις συνήθειες διατροφής).
5. Περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως:
α. Ποιότητα τροφής και γενική θρέψη του ατόμου
β. Επιβάρυνση του οργανισμού με ξένες ουσίες (φάρμακα - ναρκωτικά - περιβαλλοντικοί ρύποι) - πιθανή αντίδραση στη φάση της απορρόφησης, της κατανομής και του μεταβολισμού
γ. Προηγηθείσα αναστολή ή επαγωγή των κυριότερων ενζύμων, που προδιαθέτουν σε σοβαρές αλληλεπιδράσεις μεταξύ διαφορετικών φαρμάκων.

ΕΠΙΒΡΑ∆ΥΝΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ


Επειδή το ήπαρ παίζει σημαντικό ρόλο, τόσο στην πρωτεϊνοσύνθεση όσο και στο μεταβολισμό φαρμάκων, ανεπάρκεια αυτού του οργάνου οδηγεί κατά κανόνα σε μειωμένο μεταβολισμό των φαρμάκων. Σε ανάλογο αποτέλεσμα οδηγεί και ο υποσιτισμός, όπου όλες οι φυσιολογικές ηπατικές λειτουργίες επιβραδύνονται.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα ένζυμα του μεταβολισμού των φαρμάκων είναι κυρίως λιποπρωτεΐνες ενσωματωμένες μέσα στο μεμβρανικό τοίχωμα του λείου ενδοπλασματικού δικτύου. Ουσίες που μεταβάλλουν τη ρευστότητα και γενικά τις φυσικοχημικές ιδιότητες της μικροσωμιακής μεμβράνης, μπορούν να επηρεάσουν έμμεσα το μεταβολισμό των ξένων ουσιών. Με αυτόν τον τρόπο δρα η προαδιφαίνη (SKF 525A ή β-διαιθυλαμινο-αιθυλο- διφαινυλο-προπυλοξεικό οξύ), η οποία αναστέλλει όλες σχεδόν τις αντιδράσεις που καταλύονται από τα μικροσωμιακά ένζυμα. Ένας άλλος σημαντικός αναστολέας του μεταβολισμού φαρμάκων είναι η δισουλφιράμη, που επειδή αναστέλλει την αλδεϋδική αφυδρογονάση έχει εισαχθεί στη θεραπεία των χρόνιων αλκοολικών. Η αναστολή οφείλεται στον ανταγωνισμό της δισουλφιράμης με το NAD που είναι συνένζυμο της αλδεϋδικής αφυδρογονάσης. Εκτός από αυτή την ειδική δράση, η δισουλφιράμη επηρεάζει και τα
μικροσωμιακά ένζυμα, επειδή μεταβάλλει τις φυσικοχημικές ιδιότητες των μεμβρανών του ενδοπλασματικού δικτύου. Άλλες ουσίες με γνωστή ανασταλτική επίδραση στα ηπατικά ενζυμικά συστήματα του ανθρώπου που μεταβολίζουν ξενοβιοτικά είναι η αλλοπουρινόλη, η ισονιαζίδη, η σιμετιδίνη και η χλωραμφαινικόλη.


ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ


Αρκετά ξενοβιοτικά προκαλούν αύξηση της μικροσωμιακής ενζυμικής δραστικότητας.. Το φαινόμενο αυτό έχει μελετηθεί κυρίως στο ήπαρ, αλλά υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι συμβαίνει και σε εξωηπατικούς ιστούς που διαθέτουν τα ανάλογα ένζυμα. Ουσίες που προκαλούν αύξηση των μικροσωμιακών ενζύμων μπορεί να είναι φάρμακα, εντομοκτόνα, προσθετικά των τροφίμων, καλλυντικά, καρκινογόνα ή άλλες τοξικές ουσίες του περιβάλλοντος. Κοινή ιδιότητα αυτών των χημικών ενώσεων είναι η μεγάλη λιποδιαλυτότητα.
Η αύξηση της ενζυμικής δραστικότητας οφείλεται σε ‘de novo’ σύνθεση των αντιστοίχων ενζύμων, δηλαδή είναι γνήσια επαγωγή. Αν και ο κατάλογος των επαγωγέων είναι ατελείωτος, οι ερευνητές έχουν ασχοληθεί περισσότερο με τη φαινοβαρβιτάλη και το βενζοπυρένιο.
Ο χρόνος που περνάει από την χορήγηση του επαγωγέα μέχρι την εμφάνιση αυξημένων επιπέδων ενζύμων, ανταποκρίνεται στις χρονικές απαιτήσεις για την έναρξη σύνθεσης νέων πρωτεϊνικών μορίων (2-3 hr). Εκτός από τη φαινοβαρβιτάλη, άλλα φάρμακα με γνωστές επαγωγικές ιδιότητες για τον άνθρωπο είναι η φαινυτοΐνη, η σπειρονολακτόνη, η γκριζεοφουλβίνη, η ριφαμπικίνη και η χλωροκυκλιζίνη.
Ο ακριβής μηχανισμός της επαγωγής δεν είναι γνωστός. Όταν η χορήγηση τουεπαγωγέα διακοπεί, τα επίπεδα των ενζύμων επιστρέφουν στις φυσιολογικές τους τιμές, περίπου μετά από 3-4 24ωρα.

Πηγή (αρχείο σε pdf)

Δείτε επίσης: Μεταβολικά μονοπάτια


Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2008

Μεταβολικά μονοπάτια





1. Μεταβολισμός



1.1 Μεταβολισμός Υδατανθράκων




Γλυκόλυση / Γλυκονεογένεση
Citrate cycle (TCA cycle)
Pentose phosphate pathway
Pentose and glucuronate interconversions
Φρουκτόζη και Μανόζη
Γαλακτόζη
Ascorbate and aldarate metabolism
Starch and sucrose metabolism
Aminosugars metabolism
Nucleotide sugars metabolism
Pyruvate metabolism
Glyoxylate and dicarboxylate metabolism
Propanoate metabolism
Butanoate metabolism
C5-Branched dibasic acid metabolism
Inositol metabolism
Inositol phosphate metabolism





1.2 Energy Metabolism





Oxidative phosphorylation
Photosynthesis
Photosynthesis - antenna proteins
Carbon fixation
Reductive carboxylate cycle (CO2 fixation)
Methane metabolism
Nitrogen metabolism
Sulfur metabolism





1.3 Μεταβολισμός Λιπιδίων



Βιοσύνθεση Λιπαρών Οξέων
Fatty acid elongation in mitochondria
Fatty acid metabolism
Synthesis and degradation of ketone bodies
Biosynthesis of steroids
Bile acid biosynthesis
C21-Steroid hormone metabolism
Androgen and estrogen metabolism
Glycerolipid metabolism
Glycerophospholipid metabolism
Ether lipid metabolism
Sphingolipid metabolism
Arachidonic acid metabolism
Linoleic acid metabolism
alpha-Linolenic acid metabolism
Biosynthesis of unsaturated fatty acids Renamed!



1.4 Μεταβολισμός Νουκλεοτιδίων




Πουρίνες
Πυριμιδίνες


1.5 Μεταβολισμός Αμινοξέων




Glutamate metabolism
Alanine and aspartate metabolism
Glycine, serine and threonine metabolism
Methionine metabolism
Cysteine metabolism
Valine, leucine and isoleucine degradation
Valine, leucine and isoleucine biosynthesis
Lysine biosynthesis
Lysine degradation
Arginine and proline metabolism
Histidine metabolism
Tyrosine metabolism
Phenylalanine metabolism
Tryptophan metabolism
Phenylalanine, tyrosine and tryptophan biosynthesis
Urea cycle and metabolism of amino groups




1.6 Metabolism of Other Amino Acids




beta-Alanine metabolism
Taurine and hypotaurine metabolism
Aminophosphonate metabolism
Selenoamino acid metabolism
Cyanoamino acid metabolism
D-Glutamine and D-glutamate metabolism
D-Arginine and D-ornithine metabolism
D-Alanine metabolism
Glutathione metabolism




1.7 Glycan Biosynthesis and Metabolism




N-Glycan biosynthesis
High-mannose type N-glycan biosynthesis
N-Glycan degradation
O-Glycan biosynthesis
Chondroitin sulfate biosynthesis
Heparan sulfate biosynthesis
Keratan sulfate biosynthesis
Glycosaminoglycan degradation
Lipopolysaccharide biosynthesis
Peptidoglycan biosynthesis
Glycosylphosphatidylinositol(GPI)-anchor biosynthesis
Glycosphingolipid biosynthesis - lactoseries
Glycosphingolipid biosynthesis - neo-lactoseries
Glycosphingolipid biosynthesis - globoseries
Glycosphingolipid biosynthesis - ganglioseries
Glycan structures - biosynthesis 1
Glycan structures - biosynthesis 2
Glycan structures - degradation




1.8 Biosynthesis of Polyketides and Nonribosomal Peptides




Type I polyketide structures
Biosynthesis of 12-, 14- and 16-membered macrolides
Biosynthesis of ansamycins
Biosynthesis of type II polyketide backbone
Biosynthesis of type II polyketide products
Polyketide sugar unit biosynthesis
Nonribosomal peptide structures
Biosynthesis of siderophore group nonribosomal peptides
Biosynthesis of vancomycin group antibiotics




1.9 Μεταβολισμός Συμπαραγόντων και Βιταμινών




Thiamine metabolism
Riboflavin metabolism
Vitamin B6 metabolism
Nicotinate and nicotinamide metabolism
Pantothenate and CoA biosynthesis
Biotin metabolism
Lipoic acid metabolism
Folate biosynthesis
One carbon pool by folate
Retinol metabolism
Porphyrin and chlorophyll metabolism
Ubiquinone biosynthesis











1.10 Biosynthesis of Secondary Metabolites




Terpenoid biosynthesis
Diterpenoid biosynthesis
Monoterpenoid biosynthesis
Limonene and pinene degradation
Indole and ipecac alkaloid biosynthesis
Zeatin biosynthesis
Carotenoid biosynthesis
Brassinosteroid biosynthesis
Phenylpropanoid biosynthesis
Flavonoid biosynthesis
Flavone and flavonol biosynthesis
Anthocyanin biosynthesis
Isoflavonoid biosynthesis
Alkaloid biosynthesis I
Alkaloid biosynthesis II
Acridone alkaloid biosynthesis
Caffeine metabolism
Penicillin and cephalosporin biosynthesis
beta-Lactam resistance
Streptomycin biosynthesis
Tetracycline biosynthesis
Clavulanic acid biosynthesis
Puromycin biosynthesis
Novobiocin biosynthesis
Benzoxazinone biosynthesis
Insect hormone biosynthesis New!

























1.11 Μεταβολισμός και αποδόμηση Ξενοβιοτικών




Caprolactam degradation
Biphenyl degradation
Toluene and xylene degradation
gamma-Hexachlorocyclohexane degradation
3-Chloroacrylic acid degradation
1,1,1-Trichloro-2,2-bis(4-chlorophenyl)ethane (DDT) degradation
2,4-Dichlorobenzoate degradation
1,2-Dichloroethane degradation
Tetrachloroethene degradation
Styrene degradation
1,4-Dichlorobenzene degradation
Naphthalene and anthracene degradation
Ethylbenzene degradation
Fluorene degradation
Carbazole degradation
Benzoate degradation via CoA ligation
Benzoate degradation via hydroxylation
Atrazine degradation
Bisphenol A degradation
1- and 2-Methylnaphthalene degradation
Trinitrotoluene degradation
Geraniol degradation
Fluorobenzoate degradation
Metabolism of xenobiotics by cytochrome P450


Δείτε επίσης: Μεταβολισμός των φαρμάκων









Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Απομάκρυνση των φαρμάκων

Η εναποθήκευση, ο μεταβολισμός και η απέκκριση είναι οι μηχανισμοί με τους οποίους τα φάρμακα απομακρύνονται τελικώς από το σημείο όπου δρουν. Η εναποθήκευση φαρμάκων στο λιπώδη ιστό παίζει σημαντικό ρόλο για την απομάκρυνση από την κυκλοφορία των λιποδιαλυτών φαρμάκων.
Η απέκκριση από τους νεφρούς, το χοληφόρο σύστημα, το έντερο και τους πνεύμονες, συμβάλλει στην απομάκρυνση των περισσότερων φαρμάκων. Από αυτές τις οδούς, κυριότερη είναι η νεφρική, η οποία επιτελείται με διήθηση στο μαλπιγγιανό σπείραμα ή με ενεργητική απέκκριση στα ουροφόρα σωληνάρια.
Το ποσοστό του φαρμάκου που αποβάλλεται στα ούρα είναι το τελικό συνολικό αποτέλεσμα τριών λειτουργιών: της σπειραματικής διήθησης, της σωληναριακής απέκκρισης και της σωληναριακής επαναρρόφησης.
Για τη σπειραματική διήθηση, σημαντικό ρόλο παίζει το επίπεδο του αδέσμευτου φαρμάκου στο πλάσμα, επειδή το μαλπιγγιανό σπείραμα δεν είναι διαπερατό στις πρωτεΐνες. Καθώς το ελεύθερο κλάσμα μεταφέρεται στον αυλό του σωληναρίου, αντικαθίσταται προοδευτικά από μόρια που αποσυνδέονται από τις πρωτεΐνες. Επομένως, για τη σπειραματική απέκκριση σημαντικό ρόλο παίζει το συνολικό επίπεδο του φαρμάκου στο πλάσμα.
Για την επαναρρόφηση από το σωληναριακό αυλό προς τον μεσοκυττάριο χώρο (διάχυση), σημαντικό ρόλο παίζει η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πρόουρο, η λιποδιαλυτότητά του και ο βαθμός ιονισμού.
Η νεφρική απέκκριση εκτιμάται ποσοτικά με τη μελέτη της κάθαρσης. Με τον όρο ‘νεφρική κάθαρση του πλάσματος’ (clearance), εννοούμε τον όγκο του πλάσματος που περιέχει το ποσό εκείνο του φαρμάκου που αποβάλλεται στα ούρα σε ένα λεπτό.
Ο υπολογισμός της κάθαρσης γίνεται με τον τύπο:

Κάθαρση (ml/min) = KxV/P

Κ: συγκέντρωση του φαρμάκου στα ούρα
V: όγκος των ούρων που απεκκρίνεται σε ένα λεπτό
P: συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα
Εκτός από τους νεφρούς, ένα φάρμακο μπορεί να απεκκριθεί από τα ηπατοκύτταρα στα χοληφόρα τριχοειδή και να καταλήξει έτσι στον εντερικό αυλό. Εάν οι ιδιότητες του μορίου είναι τέτοιες ώστε να ευνοείται η εντερική απορρόφηση, το φάρμακο θα εισέλθει στην εντεροηπατική κυκλοφορία όπου η ηπατική απέκκριση και η εντερική επαναρρόφησή του θα συνεχισθούν μέχρι να μεταβολισθεί ή να απομακρυνθεί με τα ούρα.
Η χοληφόρος οδός έχει σημασία για την απέκκριση των φαρμάκων εκείνων που ιονίζονται στο pH του εντερικού αυλού και έτσι ‘παγιδεύονται’ και αποβάλλονται. Τα μόρια εκείνα που εμφανίζουν πολικότητα και έχουν Μ.Β. μεγαλύτερο από 300 αποβάλλονται σχεδόν αποκλειστικά από τη χολή.
Οι πνεύμονες είναι η κύρια οδός αποβολής ουσιών που είναι πτητικές στη θερμοκρασία του σώματος. Ο βαθμός πτητικότητας αυτών των ουσιών καθορίζει και το ποσοστό που τελικώς θα αποβληθεί με τον εκπνεόμενο αέρα (η παρουσία της αιθυλικής αλκοόλης στον εκπνεόμενο αέρα αποτελεί τη βάση για τον πρόχειρο έλεγχο του βαθμού μέθης των οδηγών).
Η διάρκεια μιας φαρμακολογικής ενέργειας καθορίζεται από τον χρόνο που διατηρούνται δραστικά τα επίπεδα ενός φαρμάκου μετά τη χορήγησή του. Όταν η συγκέντρωση στο πλάσμα υπερβεί το ελάχιστο δραστικό επίπεδο, εμφανίζονται τα πρώτα αντιληπτά αποτελέσματα της αντίστοιχης φαρμακολογικής ενέργειας.
Σημαντικό ρόλο παίζουν το επίπεδο της δόσης και η ταχύτητα απορρόφησης, κατανομής και απομάκρυνσης του φαρμάκου. Όταν η συγκέντρωση πέσει κάτω από το ελάχιστο δραστικό επίπεδο, σταματά κάθε εκδήλωση της φαρμακολογικής ενέργειας.
Η απλή δόση είναι το ποσό ενός φαρμάκου που χορηγείται όλο μαζί, για να δράσει για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα. Τα συνηθισμένα φαρμακοτεχνικά σκευάσματα κάθε φαρμάκου (δισκία, φύσιγγες, υπόθετα κ.λ.π.) περιέχουν μία απλή δόση. Η ημερήσια δόση είναι το ποσό του φαρμάκου που χορηγείται κατά τη διάρκεια του 24ώρου, είτε σε μία εφ'άπαξ δόση, είτε συνήθως σε 3 ή 4 απλές δόσεις (ανά 8ωρο ή 6ωρο). Η συνολική δόση του φαρμάκου με την οποία επιτυγχάνονται δραστικά επίπεδα στο πλάσμα ονομάζεται αρχική δόση (δόση εφόδου ή δόση κορεσμού). Για τη διατήρηση αυτών των δραστικών επιπέδων του φαρμάκου χορηγείται η δόση συντήρησης, που ισοδυναμεί με το ποσοστό της δόσης κορεσμού που καθημερινά απομακρύνεται από τον οργανισμό. Όταν το φάρμακο χορηγείται συχνότερα και σε μεγαλύτερες από τις συνιστώμενες δόσεις, υπάρχει περίπτωση να προκύψει άθροιση, με κίνδυνο τοξικών εκδηλώσεων.
Η μελέτη της απορρόφησης, της κατανομής και της απέκκρισης των φαρμάκων βασίζεται στη γενική αρχή ότι ο οργανισμός συμπεριφέρεται ως ένα πολύχωρο σύστημα. Η μετακίνηση του φαρμάκου από τον ένα χώρο στον άλλο είναι ευθέως ανάλογη του πρανούς συγκέντρωσης και γίνεται με εκθετικό τρόπο. Στη μονάδα του χρόνου, μετακινείται ένα σταθερό ποσοστό του φαρμάκου και όχι ένα σταθερό ποσό. Αυτό σημαίνει ότι τα περισσότερα φάρμακα παρουσιάζουν εκθετική κινητική (ή κινητική πρώτης τάξης) και όχι γραμμική (ή κινητική μηδενικής τάξης). Για λόγους απλούστευσης, δεχόμαστε ότι το φάρμακο κατανέμεται ομοιόμορφα μέσα στον οργανισμό. Έτσι, βασικό ρόλο στην κινητική διαδραματίζει θεωρητικά ο κεντρικός χώρος κατανομής, προς τον οποίο εισέρχεται και από τον οποίο απομακρύνεται το
φάρμακο (Σχήμα1).
Απέκκριση
^
|
|
Είσοδος φαρμάκου-------------> Κεντρικό διαμέρισμα<=====> Περιφερικό διαμέρισμα


Σχήμα 1. Ανοικτό δίχωρο σύστημα. Οι μεταβολές της συγκέντρωσης ενός φαρμάκου στον οργανισμό περιγράφονται επαρκώς με το μοντέλο του δίχωρου ανοικτού συστήματος, με έναν κεντρικό και έναν περιφερικό χώρο. Οι χώροι αυτοί δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένα ανατομικά στοιχεία, αλλά είναι σχηματικοί. Θεωρητικά, ο κεντρικός χώρος αντιστοιχεί στο αίμα και στον εξωκυττάριο χώρο ιστών με πλούσια αιμάτωση, ενώ ο περιφερικός χώρος αντιπροσωπεύει ιστούς με φτωχότερη αιμάτωση, όπως το δέρμα, ο λιπώδης ιστός και οι μύς. Η είσοδος και η απομάκρυνση των φαρμάκων υποτίθεται ότι γίνεται κατ’εξοχήν από το κεντρικό διαμέρισμα. Υπάρχει, όμως, και μία αμφίδρομη διακίνηση προς το περιφερικό διαμέρισμα, που λειτουργεί ως αποθηκευτικός χώρος.

Στην κλινική πράξη, σημαντικές φαρμακοκινητικές παράμετροι θεωρούνται η βιοδιαθεσιμότητα, ο όγκος κατανομής, η κάθαρση και ο χρόνος ημιζωής (Τ1/2).
Στη μονάδα του χρόνου, απορροφάται ένα σταθερό ποσοστό του ολικού ποσού του φαρμάκου (βιοδιαθεσιμότητα), δηλαδή η απορρόφηση έχει κινητική εκθετικού τύπου (Σχήμα 2).
Σε σπάνιες περιπτώσεις, απορροφάται στη μονάδα του χρόνου ένα σταθερό ποσό από το ολικό ποσό του φαρμάκου (κινητική γραμμικού τύπου), όπως συμβαίνει με τα σκευάσματα βραδείας απελευθέρωσης, όπου η διάλυση της δραστικής ουσίας αποτελεί τον περιοριστικό παράγοντα για την απορρόφηση.
Ο ρυθμός απομάκρυνσης ενός φαρμάκου από το πλάσμα είναι ανάλογος του ολικού ποσού του φαρμάκου μέσα στον οργανισμό, δηλαδή ακολουθεί κινητική εκθετικού τύπου, επειδή και όλοι οι βασικοί μηχανισμοί απομάκρυνσης ακολουθούν εκθετική κινητική (ανακατανομή στους ιστούς, μεταβολισμός και απέκκριση). Αυτό ισχύει κατά κανόνα για την ανακατανομή στους ιστούς και τη διήθηση στους νεφρούς, που εξαρτώνται από την ολική συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα και από την αιμάτωση.



Σχήμα 2. Το φαρμακολογικό αποτέλεσμα, ως συνάρτηση του χρόνου. Η χορήγηση του φαρμάκου έγινε στο χρόνο Το. Η ελάχιστη δραστική στάθμη του φαρμάκου στο αίμα
παρίσταται με Ε. ∆ιάστημα Το με Τ1: χρόνος για την εμφάνιση φαρμακολογικού αποτελέσματος. ∆ιάστημα Το με Τ2: χρόνος για την επίτευξη της μέγιστης τιμής πλάσματος.
∆ιάστημα Τ1 με Τ3: διάρκεια δράσης. (Levine 1983).


O χώρος της γραφικής απεικόνισης που καταλείπεται κάτω από την καμπύλη απομάκρυνσης είναι γνωστός ως AUC (‘Area Under the Curve’) και μπορεί να προσδιορισθεί ως εμβαδόν ενός θεωρητικού τραπεζίου. Η AUC εκφράζεται σε μικτές μονάδες συγκέντρωσης και χρόνου (mg/ml/hr) και αποτελεί το κυριότερο κριτήριο βιοϊσοδυναμίας δύο προϊόντων.
Ο εκθετικός ρυθμός απομάκρυνσης ενός φαρμάκου από τον οργανισμό εκφράζεται με τον καλούμενο χρόνο ημιζωής (Τ1⁄2), δηλαδή το χρόνο που απαιτείται για να ελαττωθεί το ποσό του φαρμάκου κατά 50%. Ο χρόνος ημιζωής προσδιορίζεται με σημείο έναρξης τη μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) και τη συνακόλουθη βαθμιαία πτώση της στάθμης στο πλάσμα. Υπό σταθερές συνθήκες φυσιολογίας ή παθοφυσιολογίας του οργανισμού, ο Τ1⁄2 ενός φαρμάκου είναι σταθερός.
Η παραδοχή της έννοιας του ο Τ1⁄2 σημαίνει ότι το 95% του αρχικού ποσού ενός φαρμάκου θα έχει απομακρυνθεί μετά από παρέλευση 4,3 χρόνων ημιζωής. Ο διπλασιασμός της δόσης δεν διπλασιάζει και τη διάρκεια ενέργειας του φαρμάκου, αλλά απλώς αυξάνει την αρχική στάθμη του στο αίμα. Επομένως, για φάρμακα με εκθετική κινητική απομάκρυνσης, η αύξηση της δόσης δεν αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα εμφάνισης τοξικών εκδηλώσεων. Αντίθετα, για φάρμακα που απομακρύνονται με ένα σταθερό ποσό στη μονάδα του χρόνου (γραμμική κινητική), ο διπλασιασμός της δόσης θα οδηγήσει και σε διπλασιασμό της διάρκειας δράσης.
Εκτός από την απομάκρυνση, η έννοια του Τ1⁄2 υπεισέρχεται και κατά τη διαδικασία απορρόφησης ενός φαρμάκου. Όταν η δοσολογία διατηρείται σταθερή, ο Τ1⁄2 καθορίζει τη χρονική διάρκεια που απαιτείται για την επίτευξη συνθηκών ισορροπίας της στάθμης του φαρμάκου στο αίμα (‘πλατό’). Επειδή συνήθως η άθροιση υπακούει σε κανόνες εκθετικής συνάρτησης, απόλυτη ισορροπία δεν επιτυγχάνεται ποτέ.
Ο χρόνος για την επίτευξη ισορροπίας κατά 95% ισούται με το γινόμενο 4,3 x Τ1⁄2. Στο χρονικό αυτό διάστημα, πρέπει να χορηγούνται σταθερές δόσεις του φαρμάκου, σε μεσοδιαστήματα που είναι ίσα ή μικρότερα από τον Τ1⁄2. Μετά από κάθε δοσολογική μεταβολή, επιτυγχάνεται νέα στάθμη εξισορρόπησης. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως αξίωμα του ‘πλατό’ και εξηγείται από την εκθετική διακίνηση των φαρμάκων (Σχήμα 3).
Οι διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη δοσολογία φαρμάκων που απεκκρίνονται από τους νεφρούς. Στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει είτε να ελαττώνεται η δόση του φαρμάκου ή να παρατείνονται τα μεσοδιαστήματα χορήγησης. Ο χρόνος ημιζωής ενός φαρμάκου καθορίζει τη συχνότητα χορήγησής του, για να επιτευχθεί ένα σταθερό επίπεδο στο πλάσμα. Γενικά, όταν πρόκειται για φάρμακα με βραχύ χρόνο ημιζωής, υπάρχουν αρκετές μέθοδοι για να παραταθεί η ενέργειά τους, όπως η συχνή χορήγηση (πολλά φάρμακα χορηγούνται κάθε 4 hr), η επιβράδυνση της απορρόφησης (συνήθως με τροποποιήσεις στο σκεύασμα) και η παρεμπόδιση της νεφρικής απέκκρισης (η προβενεσίδη αναστέλλει την ενεργητική απέκκριση πενικιλίνης και άλλων ασθενών οξέων).
Ο Τ1⁄2 αποτελεί την πλέον χαρακτηριστική φαρμακοκινητική παράμετρο, που εξαρτάται από τον όγκο κατανομής και από την νεφρική ή ηπατική κάθαρση, δηλαδή αποτελεί έμμεσο δείκτη των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων μίας ουσίας. Επίσης, από τον Τ1⁄2 συνάγεται το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί για την επίτευξη ‘πλατό’, κατά τη φάση απορρόφησης του φαρμάκου.

Σχήμα 3. Ένα φάρμακο με Τ1⁄2 36 hr χορηγείται 3 φορές ημερησίως σε δύο διαφορετικά
δοσολογικά σχήματα (η συνολική ημερήσια δόση είναι στη μία περίπτωση διπλάσια της άλλης). Και με τα δύο σχήματα, οι συνθήκες ισορροπίας (‘πλατό’) επιτυγχάνονται μετά από παρέλευση περίπου 5 ημερών χορήγησης. Μετά την 6η ημέρα, οι δόσεις διπλασιάζονται ή υποδιπλασιάζονται αντιστοίχως. Σημειώνεται ότι μετά παρέλευση 5 ημερών, έχουν και πάλι αποκατασταθεί συνθήκες ισορροπίας (τροποποιημένο σχήμα από Bowman and Rand 1983).

Πηγή (αρχείο σε pdf)

Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

Κατανομή των φαρμάκων

Ένα φάρμακο φτάνει στους ιστούς με μία ταχύτητα που καθορίζεται από την αιμάτωση κάθε οργάνου και από την ευκολία με την οποία το φάρμακο θα περάσει το τοίχωμα των τριχοειδών και τις πλασματικές μεμβράνες των κυττάρων. Μέσα στο πλάσμα, άλλοτε άλλο ποσό του φαρμάκου είναι συνδεδεμένο με πρωτεΐνες, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να διαχυθεί ελεύθερα προς τους ιστούς. Ως γενικός κανόνας, ισχύει η αρχή, ότι το ποσό κάθε φαρμάκου
στους ιστούς όπου δρα είναι ένα μικρό μόνο κλάσμα του ολικού ποσού του φαρμάκου στον
οργανισμό.
Το μεγαλύτερο μέρος παραμένει στα διάφορα διαμερίσματα υγρών του οργανισμού, ή διαλύεται μέσα στο λίπος των λιπαποθηκών. Ακόμη και μέσα στα κύτταρα-στόχους, το μεγαλύτερο μέρος των μορίων του φαρμάκου συνδέεται με μεγαλομοριακές ενώσεις που δεν έχουν καμία σχέση με την εμφάνιση κάποιας επιθυμητής φαρμακολογικής δράσης (μη ειδικοί ή αδρανείς υποδοχείς).
Όπως είναι γνωστό, τα υγρά του οργανισμού διακρίνονται σε συγκεκριμένα λειτουργικά διαμερίσματα, το ενδαγγειακό, το μεσοκυττάριο και το ενδοκυττάριο. Σε ένα φυσιολογικό άτομο βάρους 70 kg, όλα τα υγρά του οργανισμού αποτελούν περίπου το 60% του βάρους του
σώματος, δηλαδή είναι 44 λίτρα (ενδαγγειακός χώρος 3 λίτρα, μεσοκυττάριο υγρό 9 λίτρα, ενδοκυττάριο υγρό 29 λίτρα).
Με τον όρο κατανομή του φαρμάκου στον οργανισμό εννοούμε τον καταμερισμό του φαρμάκου στα διαμερίσματα που προαναφέρθηκαν. Η κατανομή στους διάφορους ιστούς διακρίνεται σε πρωτογενή (μεταφορά με το αίμα) και δευτερογενή (ανακατανομή στον οργανισμό, ως συνέπεια της χημικής συγγένειας του φαρμάκου προς τους ιστούς).
Η κατανομή εξαρτάται από τον όγκο εξώθησης της καρδιάς, καθώς και από την πρωτεϊνική σύνδεση του φαρμάκου. Συνήθως, τα φάρμακα προσροφώνται στην επιφάνεια των λευκωματινών του πλάσματος και έτσι παρεμποδίζεται η έξοδός τους από τον ενδαγγειακό στον μεσοκυττάριο χώρο.
Η πρωτεϊνική σύνδεση ακολουθεί εκθετική δυναμική, δηλαδή γίνεται κατά ένα ορισμένο ποσοστό της συνολικής ποσότητας του φαρμάκου (νόμος δράσης των μαζών). Όταν χορηγούνται πολύ μεγάλες δόσεις, οι πρωτεΐνες φθάνουν σε σημείο κορεσμού και υπάρχει περίσσεια ελεύθερου φαρμάκου. Επίσης, ενδέχεται δύο φάρμακα να ανταγωνίζονται για τα ίδια σημεία πρωτεϊνικής σύνδεσης, οπότε παρεκτοπίζεται εκείνο που έχει τη μικρότερη χημική συγγένεια. Το φάρμακο που κυκλοφορεί ασύνδετο περνάνει με ευκολία το τοίχωμα των τριχοειδών και φθάνει στα κύτταρα-στόχους.
Η κατανομή επηρεάζεται επίσης σημαντικά από την ιστολογική υφή των τριχοειδών ενός οργάνου, τα οποία μπορεί να εμφανίζουν μικρότερη ή μεγαλύτερη διαβατότητα. Σε μερικές περιπτώσεις η διαβατότητα είναι πολύ περιορισμένη, οπότε μιλάμε για φραγμούς (τριχοειδικός, αιματεγκεφαλικός, αιματοπλακουντιακός και αιματομαζικός φραγμός). Ισχυρότερος είναι ο αιματεγκεφαλικός φραγμός, επειδή το ενδοθήλιο των τριχοειδών του εγκεφάλου είναι πολύ στεγανό και καλύπτεται επίσης από περιελίξεις των γειτονικών κυττάρων γλοίας.

Φαινομενικός όγκος κατανομής
Με τον όρο φαινομενικός όγκος κατανομής (Vd) εννοούμε τον όγκο των υγρών μέσα στον οποίο φαινομενικά έχει κατανεμηθεί το φάρμακο. Με ιδανικές συνθήκες κατανομής, ο φαινομενικός όγκος είναι:

Vd =x/C

x: συνολικό ποσό της ουσίας στον οργανισμό
C: συγκέντρωση στο αίμα μετά την επίτευξη σταθερών επιπέδων
Τα περισσότερα φάρμακα δεν συμπεριφέρονται με ιδανικό τρόπο και πρακτικώς δεν επιτυγχάνεται ποτέ ‘πλατό’ συγκέντρωσης μετά από χορήγησή τους. Αυτό οφείλεται στο ότι συνδέονται με πρωτεΐνες του οργανισμού, εναποθηκεύονται σε διάφορους ιστούς, μεταβολίζονται και απεκκρίνονται. Κατά συνέπεια, ο προσδιορισμός του όγκου κατανομής είναι ιδιαίτερα δύσκολος και μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον κατ’εκτίμηση.

Πηγή (αρχείο σε pdf)

Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ

Η Φαρμακοκινητική εξετάζει την απορρόφηση, την κατανομή, τον μεταβολισμό και την απέκκριση των φαρμάκων.

Η διάλυση και η απορρόφηση των δραστικών συστατικών ενός φαρμακευτικού προϊόντος είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την εμφάνιση κάποιας συστηματικής φαρμακολογικής δράσης. Ανεξάρτητα από τον τρόπο χορήγησης, η τελική είσοδος του φαρμάκου στην κυκλοφορία καθορίζεται από τη διάβαση ποικίλων φραγμών, με την μορφή κυρίως βιολογικών μεμβρανών. Το ίδιο ισχύει και για την ενεργητική ή παθητική απομάκρυνση του φαρμάκου από τον οργανισμό. Γνωρίζοντας την λιποειδική φύση και τη δομή των κυτταρικών μεμβρανών, γίνεται κατανοητό το γεγονός ότι οι λιποδιαλυτές ουσίες διακινούνται ευκολότερα μέσα στον οργανισμό, ενώ οι υδατοδιαλυτές και οι μεγαλομοριακές ουσίες συναντούν δυσκολία.
Βιοδιαθεσιμότητα ονομάζεται το ποσοστό της δόσης ενός φαρμάκου που τελικώς θα εισέλθει στη συστηματική κυκλοφορία. Η έννοια αυτή έχει σημασία κυρίως για όσα φάρμακα χορηγούντια από το στόμα.
Παράγοντες που επηρεάζουν τη βιοδιαθεσιμότητα είναι:
α. Η αποσάρθρωση και η διάλυση του φαρμάκου στα πεπτικά υγρά.
β. Οι διατροφικές συνήθειες.
γ. Το μέγεθος του δισκίου ή των κόκκων του περιεχομένου μιας κάψουλας.
δ. Η ποιοτική τυποποίηση των συνθηκών παρασκευής μιας συγκεκριμένης φαρμακοτεχνικής
μορφής.

Δείτε επίσης: ΦΑΡΜΑΚΟΔΥΝΑΜΙΚΗ

Πηγή (αρχείο σε pdf) Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Απορρόφηση των φαρμάκων

ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ
Η απορρόφηση καθορίζει την ταχύτητα και την έκταση της εισόδου ενός φαρμάκου από το σημείο εφαρμογής στην κυκλοφορία του αίματος. Συνήθως, τα φάρμακα πρέπει να διαπεράσουν τον βλεννογόνο του πεπτικού συστήματος, ή το τοίχωμα των τριχοειδών αγγείων (π.χ. μετά από ενδομυϊκή ένεση). Η είσοδος στο αίμα εξαρτάται από τις φυσικοχημικές ιδιότητες των φαρμάκων.

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ∆ΙΕΛΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΜΕΜΒΡΑΝΩΝ
Οι μηχανισμοί διέλευσης των μεμβρανών διακρίνονται σε ενεργητικούς και παθητικούς. Στους ενεργητικούς μηχανισμούς ανήκουν η διευκολυνόμενη διάχυση, η ενεργητική μεταφορά και η ενδοκύτωση. Παθητικοί μηχανισμοί είναι η διάχυση και η διήθηση.

Ενεργητικοί μηχανισμοί

1. Ενεργητική μεταφορά. Είναι λειτουργία που απαιτεί ενέργεια, επειδή μπορεί να γίνει αντίθετα προς το πρανές συγκέντρωσης. Για την πραγματοποίησή της καταναλώνεται ενέργεια, συνήθως με τη διαμεσολάβηση του ενζύμου Νa+-Κ+-ATPάση. Προϋποθέτει την ύπαρξη ενός λιποδιαλυτού μορίου στη μεμβράνη, που δρα ως υποδοχέας και ως φορέας για το φάρμακο. Μετά τη μεταφορά στην εσωτερική επιφάνεια του κυττάρου, ο ελεύθερος φορέας ξαναγυρίζει στην εξωτερική επιφάνεια, παραλαμβάνει νέο μόριο φαρμάκου κ.ο.κ. Η ενεργητική μεταφορά είναι ιδιαίτερα σημαντικός μηχανισμός για την απορρόφηση υδατοδιαλυτών φαρμάκων στο εντερικό επιθήλιο και για την απέκκρισή τους στη χολή και στα ούρα.
2. ∆ιευκολυνόμενη διάχυση. Ο μηχανισμός αυτός αφορά κυρίως υδατάνθρακες ή αμινοξέα, καθώς και φάρμακα που είναι παράγωγα των προηγουμένων. Απαιτεί κατανάλωση ενέργειας, είναι απαραίτητη η παρουσία ειδικού μεμβρανικού φορέα, αλλά ακολουθεί πάντοτε το πρανές της συγκέντρωσης του φαρμάκου.
3. Ενδοκύτωση (πινοκύτωση ή φαγοκύτωση). Είναι μηχανισμοί πολύπλοκοι που απαιτούν ενέργεια και διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στην απορρόφηση ορισμένων μεγαλομοριακών ουσιών, κυρίως πρωτεϊνικής φύσης.

Παθητικοί μηχανισμοί
1. ∆ιήθηση. Ο φραγμός των βιολογικών μεμβρανών έχει το χαρακτήρα της βασικής λιποειδικής δομής, όπου συνυπάρχουν πόροι με υδρόφιλο τοίχωμα. Κατά τη διήθηση, οι υδατοδιαλυτές ουσίες περνούν μέσα από αυτούς τους πόρους, λόγω πρανούς υδροστατικής ή ωσμωτικής πίεσης. Τέτοιο παράδειγμα διήθησης αποτελεί το τοίχωμα του νεφρικού σπειράματος, όπου διαπερνούν μεταξύ των άλλων, νερό, ουρία, λευκωματίνη (κατά ένα μέρος) και πολλά φάρμακα.
2. ∆ιάχυση. Αποτελεί τον πιο κοινό τρόπο διακίνησης μορίων μέσω κυτταρικών μεμβρανών. ∆εν απαιτεί ενέργεια και ακολουθεί τον ‘νόμο του Fick’:

D=K A (C1 – C2)/d

D: βαθμός διάχυσης
A: επιφάνεια της μεμβράνης που συμμετέχει στη διάχυση
C1 – C2: διαφορά της συγκέντρωσης στα δύο διαμερίσματα που διαχωρίζει η μεμβράνη
d: πάχος της μεμβράνης
K: σταθερά διάχυσης της ουσίας
Η σταθερά Κ εξαρτάται από τη θερμοκρασία και από: α. το μοριακό βάρος και τη μοριακή δομή, β. τη λιποδιαλυτότητα (ευθέως ανάλογη προς αυτή), και γ. το βαθμό ιονισμού (αντιστρόφως ανάλογη προς το βαθμό διάστασης του μορίου).
α. Το μοριακό βάρος και η μοριακή δομή (χωροδιάταξη) της ουσίας. Έχει υπολογισθεί πως Μ.Β. 1.000 είναι το όριο πάνω από το οποίο μια ουσία πολύ δύσκολα μπορεί να διαχυθεί (τα περισσότερα φάρμακα έχουν Μ.Β. μέχρι 500).
β. Η λιποδιαλυτότητα εξαρτάται από τη δομή του μορίου και συγκεκριμένα από το ποσό των υδρόφιλων και λιπόφιλων ομάδων. Οι ηλεκτρολύτες, τα οξέα και οι βάσεις, ανήκουν στις υδατοδιαλυτές ουσίες. Η λιποδιαλυτότητα μιας ουσίας καθορίζεται με το ‘ισοδύναμο κατανομής μεταξύ ελαίου και ύδατος’.
γ. Ο ιονισμός της ουσίας. Οι βιολογικές μεμβράνες, λόγω της πολικότητας του λιποειδικού τους τμήματος, μπορούν να διαπεραστούν μόνο από μη ιονισμένες ουσίες. Τα περισσότερα φάρμακα είναι ασθενή οξέα ή ασθενείς βάσεις, δηλαδή ουσίες που μπορεί να βρίσκονται σε ιονισμένη μορφή.
Ο βαθμός ιονισμού ενός οξέος ή μιας βάσης εξαρτάται από το pH του περιβάλλοντος, και έχει βρεθεί ότι υπάρχει δυναμική ισορροπία μεταξύ του ιονισμένου και μη ιονισμένου κλάσματος της ουσίας. Η ακριβής τιμή της σχέσης των δύο μορφών καθορίζεται από την ‘εξίσωση των Henderson-Hasselbach’, που είναι:
α. για τα οξέα

pKa = pH + log [ μη ιονισμένο ] /[ ιονισμένο ]

β. για τις βάσεις

pKb = pH + log [ ιονισμένο ]/ [μη ιονισμένο ]

Ο όρος pK σημαίνει τον αρνητικό δεκαδικό λογάριθμο της σταθεράς διάστασης μιας ουσίας. Εάν το pH ισούται με το pK, όπως προκύπτει από τις παραπάνω εξισώσεις, η ουσία θα είναι ιονισμένη κατά 50%. Επειδή τα περισσότερα φάρμακα είναι ασθενή οξέα ή βάσεις, η τιμή pKa ή pKb είναι συνήθως πολύ κοντά στο ουδέτερο pH.
Ο ιονισμός είναι, από άποψη σπουδαιότητας για τη διάχυση, ο δεύτερος κατά σειρά σημαντικός παράγοντας μετά τη λιποδιαλυτότητα. Άλλωστε, αυτές οι ιδιότητες έχουν κάποια συσχέτιση, δεδομένου ότι οι ιονισμένες ουσίες είναι πολικές, δημιουργούν εύκολα δεσμούς υδρογόνου με τα δίπολα των μορίων του νερού, και γίνονται έτσι υδατοδιαλυτές. Οι τιμές του pH από τις δύο πλευρές μιας ημιδιαπερατής μεμβράνης έχουν πολύ μεγάλη σημασία για την πορεία της διάχυσης, επειδή συντηρούν ένα διαρκές πρανές συγκέντρωσης για τη μη ιονισμένη ουσία, ενώ η ολική συγκέντρωση μπορεί να είναι παρ’όλα αυτά πολλαπλάσια.
Αυτό συμβαίνει γιατί η διάχυση δεν επηρεάζεται από το πρανές της ολικής συγκέντρωσης της ουσίας, αλλά ακολουθεί μόνον το πρανές συγκέντρωσης των μη ιονισμένων μορίων, επειδή μόνον αυτά μπορούν να διαχυθούν δια μέσου της μεμβράνης. Για την απορρόφηση και την απέκκριση των φαρμάκων είναι σημαντικό να θυμάται κανείς ότι για υψηλές τιμές pH οι βάσεις γενικώς διαπερνούν τις βιολογικές μεμβράνες ευκολότερα από τα οξέα, και αντιστρόφως. Η ασπιρίνη, καθώς και άλλα ασθενή οξέα, απορροφώνται εύκολα από το στομάχι εξαιτίας του όξινου pH των γαστρικών υγρών. Οι ασθενείς βάσεις απορροφώνται καλύτερα στο αλκαλικό περιβάλλον του εντερικού περιεχομένου. Στους νεφρούς, το όξινο περιβάλλον του πρόουρου ευνοεί την επαναρρόφηση των ασθενών οξέων από τα ουροφόρα σωληνάρια προς το μεσοκυττάριο υγρό και την κυκλοφορία του αίματος. Η αλκαλοποίηση των ούρων έχει ως αποτέλεσμα την ταχύτερη νεφρική απέκκριση αυτών των ουσιών.

ΤΡΟΠΟΙ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

Ο συνηθέστερος τρόπος χορήγησης είναι από το πεπτικό σύστημα, με σκοπό την εντερική απορρόφηση (από του στόματος, per os, p.o.), ή την είσοδο στην κυκλοφορία του αίματος από τον βλεννογόνο του στόματος (υπογλώσσια δισκία, s.l.) ή τον βλεννογόνο του ορθού (υπόθετα, supp.).
Η παρεντερική χορήγηση φαρμάκων αφορά συνήθως την ενδομυϊκή (i.m.), την ενδοφλέβια (i.v.) και την υποδόρια (s.c.) ένεση. Σπανίως, υπάρχει ανάγκη ενδοδερμικής, ενδορραχιαίας, ενδοπλευρικής, ενδαρθρικής ή ενδαρτηριακής ένεσης. Ως παρεντερική χορήγηση θεωρείται και η τοπική εφαρμογή φαρμάκων στο δέρμα και τους βλεννογόνους (πλην του πεπτικού συστήματος). Ειδική περίπτωση χορήγησης αποτελούν οι εισπνοές, που αφορούνσυνήθως φάρμακα προοριζόμενα για τοπική δράση στο πνευμονικό παρέγχυμα. Τέλος, ορισμένα φάρμακα χορηγούνται με ειδική επικολλητική ταινία, με σκοπό να δράσουν στους εντω βάθει ιστούς.
Χορήγηση από το πεπτικό σύστημα
Η p.o. λήψη φαρμάκων, με κατάποση, παρουσιάζει πολλά πλεονεκτήματα:
  • Είναι ανώδυνη και εύκολη.
  • Η διάλυση του φαρμάκου διευκολύνεται λόγω των άφθονων πεπτικών εκκρίσεων, ενώ οι μεταβολές του pH κατά μήκος της πεπτικής οδού παρέχουν κατάλληλο περιβάλλον για απορρόφηση πρακτικώς σε όλα τα φάρμακα.
  • Η μεγάλη κινητικότητα, η μεγάλη επιφάνεια και η άφθονη αιμάτωση του πεπτικού βλεννογόνου, διευκολύνουν πολύ την απορρόφηση.
  • Ο ρυθμός απορρόφησης μπορεί να μεταβληθεί ανάλογα με τη φαρμακοτεχνική μορφή (ευκολία αποσάθρωσης δισκίων, διαλυτότητα του περιβλήματος της κάψουλας, μέγεθος των κοκκίων που περιέχει η κάψουλα κ.ά.).
  • Η σχετικά αργή απορρόφηση από το πεπτικό (το γρηγορότερο που μπορεί να αρχίσει να απορροφάται μία ουσία είναι 20-30 min μετά τη χορήγηση). Έτσι, σε περίπτωση λάθους υπάρχει η δυνατότητα έγκαιρης επέμβασης.
  • Η απορρόφηση ορισμένων φαρμάκων από τη στοματική κοιλότητα ή από το ορθό, παρέχει τη δυνατότητα της απ’ευθείας εισόδου στη μεγάλη κυκλοφορία, παρακάμπτοντας τον εντερικό βλεννογόνο και το ήπαρ, που θα μπορούσαν να μεταβολίσουν και να αδρανοποιήσουν το φάρμακο (‘φαινόμενο αρχικής διάβασης’).
  • Έχει χαμηλό κόστος, επειδή δεν απαιτούνται στείρες συνθήκες κατά την παρασκευή και τη χορήγηση του φαρμάκου.

Η από του στόματος χορήγηση έχει και ορισμένα μειονεκτήματα:
  • Πολλές ουσίες διασπώνται από τα πεπτικά υγρά, όπως οι πρωτεΐνες, η αδρεναλίνη και η ισταμίνη.
  • Η μεταβολική αδρανοποίηση της ουσίας στο επιθήλιο του εντέρου και στο ήπαρ.
  • Η τροφή ή η παρουσία άλλων φαρμάκων μπορεί να επιβραδύνει την απορρόφηση ή και να την εμποδίσει ολοσχερώς.
  • Επηρεάζεται από τη γενική κατάσταση του ασθενούς (αχλωρυδρία, υποχλωρυδρία, έμετος, διάρροια, μεταβολές στη κυκλοφορία του πεπτικού), καθώς και από φάρμακα που επιδρούν στην πεπτική λειτουργία.
Από όλα τα παραπάνω, προκύπτει το γενικό συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατή η ακριβής δοσολογία, όταν μία ουσία δίνεται από το πεπτικό. Στις περιπτώσεις αυτές, η απορρόφηση ακολουθεί εκθετική κινητική, επειδή μόνον ένα ποσοστό της δόσης θα εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος.

Παρεντερική χορήγηση

1. Ενδοφλέβια. Πλεονεκτήματα της ενδοφλέβιας χορήγησης είναι η ακρίβεια της δοσολογίας και η ταχύτητα άφιξης του φαρμάκου στα σημεία δράσης. Με την ένεση εξασφαλίζεται γραμμική κινητική απορρόφησης, επειδή όλο το ποσό της δόσης εισέρχεται στηνκυκλοφορία του αίματος.
Η διάρκεια της ένεσης πρέπει να είναι τουλάχιστον ένα λεπτό, ούτως ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να αναμιχθεί το φάρμακο με τον ολικό όγκο αίματος. Μπορούν να χορηγηθούν φάρμακα που διασπώνται στο πεπτικό σύστημα. Αποτελεί ιδανική λύση, όταν ο ασθενής δεν είναι σε θέση να συνεργασθεί (π.χ. σε κώμα), ή όταν θέλουμε να επιτύχουμε σταθερά επίπεδα στο αίμα για μεγάλο διάστημα (ενδοφλέβια έγχυση).
Μειονέκτηματα της ενδοφέβιας ένεσης είναι η πιθανότητα εμβολής(π.χ. όταν χορηγούνται ενδοφλεβίως ενέσιμα διαλύματα που προορίζονται για ενδομυϊκή χορήγηση, ή χαλασμένα παλαιά διαλύματα φαρμάκων), η δημιουργία θρόμβου κατά την διάρκεια παρατεταμένης στάγδην έγχυσης στο σημείο της βελόνας ή του φλεβοκαθετήρα, καθώς και η εμφάνιση αλλεργικών αντιδράσεων.
2. Ενδομυϊκή. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, η απορρόφηση του φαρμάκου γίνεται σε 10-30 min. Παράγοντες που επιδρούν στην απορρόφηση είναι η αιμάτωση στο σημείο της ένεσης, οι φυσικοχημικές ιδιότητες του φαρμάκου (λιποδιαλυτότητα, βαθμός ιονισμού και M.Β.) καθώς και ο όγκος και η ωσμωτικότητα του διαλύματος. Τα μικρά μόρια εισέρχονται αμέσως στα τριχοειδή του αίματος, ενώ οι μεγαλομοριακές ενώσεις (π.χ. πρωτεΐνες) περνούν στο αίμα μέσω των λεμφαγγείων. Το φάρμακο είναι δυνατό να δοθεί σε τέτοια μορφή (εναιώρημα κρυστάλλων) ώστε η απορρόφησή του να διαρκεί μέρες.
Μειονεκτήματα της ενδομυϊκής χορήγησης είναι ο πόνος, ο περιορισμένος όγκος της ένεσης και ο πιθανός κίνδυνος τοπικού ερεθισμού ή τοπικής μόλυνσης (δημιουργία αποστήματος).
3. Υποδόρια. Η απορρόφηση είναι περίπου το ίδιο γρήγορη και εξαρτάται από τους ίδιους παράγοντες όπως και στην ενδομυϊκή χορήγηση. Τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα είναι επίσης τα ίδια. ∆ιαλύματα με αλκαλικό pH προκαλούν έντονο τοπικό ερεθισμό. Η εμφύτευση ειδικών υποδορίων δισκίων έχει χρησιμοποιηθεί σε ενήλικες για τη μακροχρόνια χορήγηση κάποιου φαρμάκου (π.χ. ορισμένες στεροειδείς ορμόνες). Μεταβάλλοντας το σχήμα του υποδορίου δισκίου, μπορεί να τροποποιηθεί η ταχύτητα απελευθέρωσης του δραστικού συστατικού και ο ρυθμός εισόδου στην κυκλοφορία.
4. Τοπική εφαρμογή στο δέρμα. Η διαπερατότητα του δέρματος ποικίλλει από άτομο σε άτομο, καθώς και από περιοχή σε περιοχή του σώματος στο ίδιο άτομο. Ο κύριος φραγμός είναι οι επιφανειακές στιβάδες της κερατίνης που διαθέτει η επιδερμίδα. Σκευάσματα που απλώνονται στην επιφάνεια της επιδερμίδας προορίζονται συνήθως για τοπική δράση. Είναι, όμως, δυνατή η απορρόφησή τους, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για λιποδιαλυτές ουσίες, ή όταν το δέρμα είναι τραυματισμένο και λείπουν οι επιφανειακές στιβάδες. Για τους βλεννογόνους, ισχύει ότι και για το δέρμα, με τη διαφορά ότι οι βλεννογόνοι δεν αποτελούν τόσο σημαντικό φραγμό για τις υδατοδιαλυτές ουσίες όπως το δέρμα.
5. Εισπνοές. Αφορούν φάρμακα που προορίζονται είτε για τοπική δράση στο αναπνευστικό σύστημα (αντιασθματικά), ή για συστηματική δράση (γενικά αναισθητικά). Όταν ένα φάρμακο χρησιμοποιείται με τη μορφή ψεκασμών, πρέπει το μέγεθος των σταγονιδίων να μη υπερβαίνει το 1 μ σε διάμετρο, γιατί διαφορετικά εγκλωβίζεται στο βρογχικό δέντρο και δεν μπορεί να φτάσει μέχρι τις κυψελίδες. Εκτός από αυτόν τον τεχνικό περιορισμό, μειονέκτημα των εισπνοών είναι η πιθανότητα να εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος ένα φάρμακο που προορίζεται για τοπική δράση. Ορισμένα εισπνεόμενα διατίθενται με λεπτοκοκκιώδη μορφή, μέσα σε ειδικές κάψουλες που θραύονται και εισπνέονται ως στερεό ‘εκνέφωμα’.
ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ
Τα περισσότερα φάρμακα κυκλοφορούν στο εμπόριο ως ‘φαρμακοτεχνικά σκευάσματα’
(ή ‘ιδιοσκευάσματα’) με τη μορφή μίγματος δραστικών συστατικών και αδρανών εκδόχων.
Αρκετά συχνά, κάποιο δραστικό συστατικό διατίθεται με πολλά εμπορικά ιδιοσκευάσματα μίας συγκεκριμένης φαρμακοτεχνικής μορφής (π.χ. δισκία), ή πολλών διαφορετικών μορφών (π.χ. δισκία και σιρόπι). Στις περιπτώσεις αυτές, έχει μεγάλη πρακτική σημασία η ομοιότητα της βιοδιαθεσιμότητας όλων των παρεμφερών ιδιοσκευασμάτων, ιδιαίτερα όταν κυκλοφορούν με την ίδια φαρμακοτεχνική μορφή και προορίζονται για χορήγηση από του στόματος
(βιοϊσοδυναμία). Η φαρμακοτεχνική μορφή, όπως και τα έκδοχα, έχει ως στόχο να καταστήσει το φάρμακο περισσότερο εύληπτο και αποτελεσματικό, δηλαδή να βελτιώσει τις οργανοληπτικές του ιδιότητες. Οι μορφές των φαρμάκων μπορεί να είναι δισκία, κάψουλες, υπόθετα, εναιωρήματα, απλά διαλύματα, σιρόπια, βάμματα, ενέσιμα διαλύματα, οφθαλμικά διαλύματα,αλοιφές, εμποτισμένα αυτοκόλλητα, εισπνεόμενα.

Πηγή (αρχείο σε pdf) Διαβάστε περισσότερα...