Η ενέργεια ενός φαρμάκου μπορεί να αναγνωριστεί ως μία μεταβολή σε κάποια φυσιολογική λειτουργία ενός ζωντανού οργανισμού, η οποία επιτείνεται ή καταστέλλεται. Συνήθως συνυπάρχουν πολλές ενέργειες, που μπορούν να διακριθούν σε κύριες και δευτερεύουσες. Η έννοια της κύριας ενέργειας ταυτίζεται με την επιθυμητή, ενώ οι δευτερεύουσες ενέργειες μπορεί να είναι είτε επιθυμητές είτε ανεπιθύμητες (παρενέργειες).
Το μέρος του οργανισμού όπου αρχίζει η δράση ενός φαρμάκου για να εκδηλωθεί η τελική φαρμακολογική ενέργεια ονομάζεται σημείο δράσης του φαρμάκου. Η τελική φαρμακολογική ενέργεια μπορεί να είναι η συνισταμένη από τη συμμετοχή διαφορετικών σημείων δράσης. Όσο πολυπλοκότερη είναι μία λειτουργία, τόσο περισσότερα θα είναι και τα σημεία δράσης των φαρμάκων που μπορούν να την επηρεάσουν. Η αρτηριακή πίεση, π.χ.,ρυθμίζεται από τη διάμετρο των αγγείων, τον ρυθμό της καρδιακής λειτουργίας και τον όγκο παλμού, τον ενδαγγειακό όγκο υγρών, καθώς επίσης και από τον νευρογενή τόνο του καρδιαγγειακού κέντρου του προμήκη. Επομένως, μία ουσία μπορεί να ελαττώσει την αρτηριακή πίεση επιδρώντας είτε στο λείο μυϊκό τοίχωμα των αγγείων, είτε στο μυοκάρδιο, είτε στους νευρώνες που στέλνουν ώσεις στην καρδιά και τα αγγεία, είτε τέλος στους νεφρούς (διούρηση).
Δείτε επίσης:ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ
Πηγή (αρχείο σε pdf)
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου