Δημοσιεύστε τα άρθρα σας! Οποιοδήποτε άρθρο έχετε σχετικό με το περιεχόμενο του blog, και θέλετε να το μοιραστείτε μαζί μας, στείλτε το στο email που θα βρείτε στο προφίλ μου. Share your knowledge!

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2008

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ

Η χορήγηση ενός φαρμάκου οδηγεί στην εμφάνιση διαφόρων δευτερευουσών ενεργειών, παράλληλα με την επιθυμητή κύρια ενέργεια. Οι δευτερεύουσες ενέργειες δεν εντάσσονται στα πλαίσια του επιδιωκόμενου βιολογικού αποτελέσματος και γι’ αυτό
ονομάζονται ανεπιθύμητες ενέργειες ή παρενέργειες. Η ένταση των παρενεργειών καθορίζει την τοξικότητα και την ασφάλεια χρησιμοποίησης ενός φαρμάκου, επειδή ακριβώς αντικατοπτρίζει τον κλινικό δείκτη ασφαλείας.
Ακόμη και για φάρμακα που χορηγούνται στη σωστή δοσολογία με ιατρική παρακολούθηση, το ποσοστό εμφάνισης άτυπων τοξικών εκδηλώσεων είναι περίπου 5-10%. Από αυτές, το 20% είναι αλλεργικής μορφής και το υπόλοιπο 80% είναι, κατά σειρά συχνότητας, συμπτώματα από το νευρικό, το γαστρεντερικό και το καρδιαγγειακό σύστημα. Τα συχνότερα μη ειδικά συμπτώματα είναι ναυτία, ζάλη, ληθαργικότητα, ευερεθιστότητα, πονοκέφαλος, αϋπνία, τυμπανισμός, έμετοι, διάρροια και προκάρδια ενοχλήματα. Τα συμπτώματα αυτά είναι συνήθως ακίνδυνα και δεν κάνουν επιτακτική την διακοπή του φαρμάκου. Εξαίρεση αποτελούν οι έμετοι και η διάρροια που μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές ηλεκτρολυτικές διαταραχές.
Όπως η κύρια φαρμακολογική ενέργεια, έτσι και οι δευτερεύουσες ενέργειες είναι ευθέως ανάλογες προς το ποσό του χορηγουμένου φαρμάκου. Αυτό ισχύει κυρίως για την οξεία τοξικότητα, που εμφανίζεται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από χορήγηση υπερβολικών δόσεων ενός φαρμάκου (δηλητηρίαση από υπέρβαση της δοσολογίας). Μετά από μακροχρόνια χορήγηση του φαρμάκου, ακόμη και σε αποδεκτά όρια δοσολογίας, μπορεί να εμφανισθεί χρόνια τοξικότητα, η οποία μπορεί να οφείλεται σε κάποιο βαθμό τοξικής άθροισης του φαρμάκου.
Υπάρχουν παραδείγματα, όπου η οξεία τοξικότητα προκύπτει με συνηθισμένες δόσεις, επειδή υπάρχουν ιδιαιτερότητες στις ιδιότητες του βιολογικού υποστρώματος πάνω στο οποίο δρα το φάρμακο (αντιδράσεις ιδιοσυγκρασίας).
Μία άλλη μεγάλη κατηγορία ανεπιθύμητων ενεργειών περιλαμβάνει εκείνες που σχετίζονται περισσότερο με τους φαρμακοχημικούς παράγοντες και λιγότερο με την δοσολογία ή με τις ιδιότητες του βιολογικού υποστρώματος. Τέτοιες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η αλλεργία, η φαρμακευτική εξάρτηση και η γονοτοξικότητα.
Α. Αντιδράσεις ιδιοσυγκρασίας
Οι εκδηλώσεις ιδιοσυγκρασίας είναι γενετικώς καθορισμένες, και εμφανίζονται ακόμηκαι με κανονικές δόσεις που δεν ξεπερνούν την αποδεκτή μέγιστη ανεκτή δόση. Περιπτώσεις με πρακτικό κλινικό ενδιαφέρον αφορούν στο μεταβολισμό της σουκινυλοχολίνης και της
ισονιαζίδης, καθώς και στα αναγωγικά συστήματα των ερυθροκυττάρων. Γενετικές διαφορές έχουν περιγραφεί επίσης και για πρωτεϊνικά μόρια που παίζουν το ρόλο υποδοχέα ή που μεταφέρουν φάρμακα μέσα στο πλάσμα. Η γενετική πολυμορφία, η σχετική με τη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική, είναι αντικείμενο μελέτης ενός νέου κλάδου της Φαρμακολογίας, που ονομάζεται Φαρμακογενετική. Ιδιαίτερα στο μεταβολισμό των φαρμάκων, έχουν περιγραφεί γενετικές διαφορές στη σύνθεση γλυκουρονιδίων (σύνδρομα Gilbert και Crigler-Najjar), στη μεθυλίωση, καθώς και σε πολλές αντιδράσεις οξείδωσης στις οποίες συμμετέχουν ισοένζυμα του κυτοχρώματος P-450.
Αδρανοποίηση της σουκινυλοχολίνης
Η σουκινυλοχολίνη έχει χρησιμοποιηθεί στην αναισθησιολογία, ως μυοχαλαρωτικό βραχείας διάρκειας. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η δράση του φαρμάκου τερματίζεται μέσα σε λίγα λεπτά, μετά από υδρόλυση από τη χολιεστεράση του πλάσματος και του ήπατος. Μερικά άτομα (συχνότητα στο γενικό πληθυσμό 1:3.000) έχουν μεγάλη ευαισθησία, με αποτέλεσμα να εμφανίζουν άπνοια από παράλυση των αναπνευστικών μυών για αρκετές ώρες, επειδή η
δραστικότητα της χολιστεράσης είναι μικρότερη από το φυσιολογικό. Πρόκειται για κληρονομούμενη διαταραχή που οφείλεται σε ένα αυτοσωματικό συνεπικρατητικό γονίδιο (τρικόρυφη αποτύπωση των τιμών δραστικότητας του ενζύμου στον γενικό πληθυσμό).
Ακετυλίωση της ισονιαζίδης
Η ισονιαζίνη έχει ευρεία εφαρμογή στη θεραπευτική, ως ένα από τα αντιφυματικά φάρμακα πρώτης εκλογής. Η ουσία αυτή ακετυλιώνεται στα ηπατοκύτταρα από μία ακετυλοτρανσφεράση, αλλά η μελέτη της σύνθεσης ακετυλιωμένου παραγώγου και της αποβολής του έξι ώρες μετά από χορήγηση ισονιαζίδης αποκάλυψε την ύπαρξη ‘ταχέων’ και ‘βραδέων μεταβολιστών’ (δικόρυφη αποτύπωση των τιμών δραστικότητας της ακετυλοτρανσφεράσης στον γενικό πληθυσμό, που υποδηλώνει αυτοσωματικό επικρατητικό γονίδιο). Στην Ευρώπη, οι βραδείς μεταβολιστές είναι περίπου το 60% του συνολικού πληθυσμού, ενώ στην Ασία υπερισχύουν οι ταχείς μεταβολιστές. Στις συνήθεις δόσεις ισονιαζίδης το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν μειώνεται ακόμη κι αν ο ασθενής είναι ταχύς μεταβολιστής. Αντίθετα, οι βραδείς μεταβολιστές εμφανίζουν τοξική πολυνευρίτιδα από άθροιση του φαρμάκου (οφείλεται σε ανταγωνισμό της ισονιαζίδης με την βιταμίνη B6 και αντιμετωπίζεται με την προληπτική συγχορήγηση της Β6).
Ανεπάρκεια της γλυκοζο-6-φωσφορικής αφυδρογονάσης (‘κυαμισμός’)
Η φυσιολογική σύνθεση του ενζύμου αυτού καθορίζεται με ένα υπολειπόμενο φυλοσύνδετο γονίδιο (στο χρωμόσωμα Χ, γι’αυτό και η ανεπάρκεια παρατηρείται κυρίως σε άρρενα άτομα). Στις μεσογειακές χώρες η διαταραχή αυτή είναι αρκετά συχνή, αλλά ακόμη συχνότερη είναι στην Αφρική, καθώς και στους νέγρους της Αμερικής.
Η γλυκοζο-6-φωσφορική αφυδρογονάση (G-6-PD) των ερυθρών αιμοσφαιρίων καταλύει τη μετατροπή του γλυκοζο-6-φωσφορικού οξέος σε 6-φωσφογλυκονικό οξύ και οδηγεί στο σχηματισμό NADPH, που είναι απαραίτητο συνένζυμο της αναγωγάσης της μεθαιμοσφαιρίνης (που ανάγει την μεθαιμοσφαιρίνη σε αναχθείσα αιμοσφαιρίνη) και της αναγωγάσης της γλουταθειόνης (για την δημιουργία αναχθείσας γλουταθειόνης). Σε άτομα με ανεπάρκεια του ενζύμου, υστερούν αυτές οι βιοχημικές οδοί που είναι αναγκαίες για τη φυσιολογική λειτουργία και ευκαμψία των ερυθροκυττάρων. Η κατάσταση επιδεινώνεται, με τελική κατάληξη την αιμόλυση, από φάρμακα και άλλες ουσίες που έχουν οξειδωτικές ιδιότητες, όπως ασπιρίνη, σουλφοναμίδες και σουλφόνες, κινίνη και άλλα ανθελονοσιακά
φάρμακα, νιτροφουραντοΐνη, χλωραμφαινικόλη, π-αμινο-σαλικυλικό οξύ, καθώς και διάφορες άλλες ουσίες (ναφθαλίνη, τρινιτροτολουόλιο, κυανούν του μεθυλενίου, βιταμίνη Κ, προβενεσίδη, διμερκαπρόλη, φαινυλυδραζίνη και μία ουσία άγνωστης χημικής δομής που περιέχεται στα χλωρά κουκιά). Από την τελευταία, η αιμόλυση αυτού του τύπου πήρε το όνομα ‘κυαμισμός’ (κύαμοι).
Β. Αντιδράσεις από φαρμακοχημικούς παράγοντες
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τοξικές εκδηλώσεις που οφείλονται κυρίως στη χημική δομή ορισμένων φαρμάκων και σε μικρότερο βαθμό σε τυχόν ατομικούς παράγοντες.
Φαρμακευτική αλλεργία
Για την εμφάνιση αλλεργικών αντιδράσεων σε ένα φάρμακο, πρέπει προηγουμένως ο οργανισμός να ευαισθητοποιηθεί στο συγκεκριμένο φάρμακο ή σε κάποιον μεταβολίτη του. Η ξένη ουσία δρα ως αντιγόνο, που προκαλεί τη σύνθεση IgE αντισωμάτων από τα πλασματοκύτταρα. Όταν το αλλεργιογόνο φάρμακο έχει πρωτεϊνική φύση, ο μηχανισμός ευαισθητοποίησης είναι προφανής. Προκειμένου για μη πρωτεϊνικά μόρια, η ευαισθητοποίηση του οργανισμού απαιτεί προηγούμενη σύνδεσή τους με ενδογενείς πρωτεΐνες (λειτουργία ‘απτίνης’). Το ποσό του αλλεργιογόνου δεν φαίνεται να έχει σημασία, δεδομένου ότι
ευαισθητοποίηση και αλλεργική αντίδραση μπορούν να συμβούν και με απειροελάχιστα ίχνη μίας ουσίας. Πολλές ουσίες με παρόμοια χημική δομή εκδηλώνουν αντιδράσεις ‘διασταυρούμενης αλλεργίας’, οπότε ο τρόπος ευαισθητοποίησης του ατόμου δεν είναι προφανής. Η διασταυρούμενη αλλεργία υποδηλώνει πως φάρμακα που δρουν ως απτίνες προκαλούν σύνθεση όχι πολύ ειδικών αντισωμάτων, τουλάχιστον όσον αφορά στην απτίνη αυτή καθ’εαυτή.
Νέα επαφή του οργανισμού με την ίδια ή κάποια παρόμοια ουσία καταλήγει στη δημιουργία του συμπλέγματος αντιγόνου-αντισώματος, που αντιδρά με διάφορους ιστούς και κύτταρα, με αποτέλεσμα την απελευθέρωση από τα μαστοκύτταρα και τα βασεόφιλα λευκοκύτταρα ιστικών ορμονών του τύπου της ισταμίνης, της σεροτονίνης, της βραδυκινίνης κ.ά. (‘χυμική ανοσία’). Άλλοτε πάλι, το αντιγόνο ευαισθητοποιεί τα μικρά λεμφοκύτταρα (‘κυτταρική ανοσία’), τα οποία συμμετέχουν στις αλλεργικές αντιδράσεις όψιμου τύπου (επιβραδυνόμενη αλλεργία).
Η εμφάνιση φαρμακευτικής αλλεργίας είναι αρκετά σπάνια. Η πενικιλλίνη, ένα από τα συνηθέστερα αλλεργιογόνα φάρμακα, προκαλεί αλλεργία μόνο σε ποσοστό 5-10% των περιπτώσεων που χρησιμοποιείται. Η ασπιρίνη, παρά την πολύ ευρεία χρήση της, προκαλεί αλλεργία μόνο σε ποσοστό 0.2%. Μία αλλεργική αντίδραση ποικίλλει από ασήμαντα δερματικά φαινόμενα (κνίδωση) και πυρετό, μέχρι θανατηφόρα κυκλοφορική καταπληξία (shock). Από άποψη κλινικής πορείας, μία αλλεργική αντίδραση διακρίνεται σε ‘άμεση’, όταν εμφανίζεται λίγα λεπτά ή ώρες μετά την είσοδο της αλλεργιογόνου ουσίας στον οργανισμό και σε ‘επιβραδυνόμενη’, όταν εμφανίζεται μετά από αρκετές ημέρες από την είσοδο της ουσίας. Η σοβαρότερη μορφή άμεσης αντίδρασης ονομάζεται ‘αναφυλαξία’ και χαρακτηρίζεται από εντονότατο βρογχόσπασμο, οίδημα των βλεννογόνων των αναπνευστικών οδών και πτώση της αρτηριακής (αναφυλακτικό shock). Οι ‘επιβραδυνόμενες αλλεργικές αντιδράσεις’ εμφανίζονται κυρίως με επίμονα δερματικά εξανθήματα, αρθραλγίες, πυρετό και διαταραχές της αιμοποίησης, που μπορεί να περιλαμβάνει ορισμένα μόνο είδη εμμόρφων συστατικών του αίματος (θρομβοπενική πορφύρα, ακοκκιοκυτταραιμία), ή όλα τα κύτταρα (απλαστική αναιμία).
Πολύ σοβαρή εκδήλωση είναι η εκτεταμένη απώλεια των επιφανειακών στιβάδων του δέρματος (τοξική επιδερμική νεκρόλυση ή νόσος του Lyell).
Φαρμακευτική εξάρτηση
Τα φάρμακα που προκαλούν εξάρτηση επενεργούν στο ΚΝΣ και προδιαθέτουν σε κατάχρηση, επειδή η χρήση τους βιώνεται ως μία ευχάριστη εμπειρία (‘ψυχολογική εξάρτηση’). Όταν η μακροχρόνια λήψη τους συνοδεύεται από την εγκατάσταση αντοχής, απαιτείται συνεχής αύξηση των δόσεων. Στην περίπτωση αυτή, η απότομη διακοπή του φαρμάκου μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο στέρησης (‘φυσική’ ή ‘σωματική εξάρτηση’). Η εξάρτηση αποτελεί μία σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια που ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτικά προβλήματα στην κλινική εφαρμογή πολύ χρήσιμων φαρμάκων, όπως είναι τα οπιούχα (ναρκωτικά αναλγητικά).
Η ψυχολογική εξάρτηση χαρακτηρίζεται από έντονη επιθυμία χρήσης ενός φαρμάκου, αλλά υπάρχει πολύ μικρή τάση για αύξηση των δόσεων. Η ένταση της ψυχολογικής εξάρτησης ποικίλλει ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη φαρμακευτική ουσία και την προσωπικότητα του ατόμου. Σε μερικές περιπτώσεις, η επιθυμία για τη ‘δόση’ είναι τόσο ισχυρή, ώστε μπορεί να οδηγήσει το άτομο σε αντικοινωνική συμπεριφορά.
Η σωματική εξάρτηση χαρακτηρίζεται από έντονη ψυχαναγκαστική επιθυμία για την με κάθε δυνατό τρόπο λήψη του φαρμάκου, από σταθερή τάση για συνεχή αύξηση των δόσεων σε μέγεθος και συχνότητα λήψης, και από έντονα στερητικά συμπώματα όταν δεν είναι δυνατή η λήψη του φαρμάκου.
Το σύνδρομο στέρησης χαρακτηρίζεται από δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος, καθώς και από ψυχικές και κινητικές διαταρχές. Οι εξαρτησιογόνες ουσίες παρουσάζουν ορισμένες κοινές ιδιότητες, βάσει των οποίων κατατάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες, με κύριο γνώμονα τα χαρακτηριστικά της εξάρτησης.
Ι. Κατασταλτικά του Κ.Ν.Σ.: αιθανόλη, αιθέρας, βαρβιτουρικά (σεκοβαρβιτάλη, πεντοβαρβιτάλη, αμοβαρβιτάλη, φαινοβαρβιτάλη), γλουταιθιμίδη, ένυδρος χλωράλη, μεθακαλόνη, μεθυπρυλόνη, μεπροβαμάτη, παραλδεΰδη, χλωροδιαζεποξείδη, εισπνεόμενες οργανικές ενώσεις κ.ά. Η κατηγορία αυτή αναπτύσσει έντονη ψυχολογική και σωματική εξάρτηση. Το σύνδρομο στέρησης έχει πολύ έντονη κλινική εικόνα και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του πρώην χρήστη.
ΙΙ. Ναρκωτικά αναλγητικά: διυδρομορφινόνη, ηρωίνη, κωδεΐνη, λεβαλλορφάνη, λεβορφανόλη, μεθαδόνη, μεθυλδιυδρομορφινόνη, μορφίνη, πεθιδίνη, πενταζοκίνη, προποξυφαίνη, φαιναζοκίνη, δεξτραμεθορφάνη κ.ά. Αποτελούν μία σχετικά ομοιογενή ομάδα φαρμακευτικών ουσιών, με έντονη ψυχολογική εξάρτηση και με ταχέως εγκαθιστάμενη σωματική εξάρτηση. Το σύνδρομο στέρησης είναι πολύ δριμύ και παρατεταμένο (5-7 ημέρες), αλλά σπανίως θέτει σε κίνδυμο τη ζωή του πρώην χρήστη.
ΙΙΙ. ∆ιεγερτικά του Κ.Ν.Σ.: αμφεταμίνες (αμφεταμίνη, δεξτραμφεταμίνη, μεθαμφεταμίνη), διαιθυλοπροπιόνη, κοκαΐνη, μεθυλοφαινιδάτη, μεφαιντερμίνη, φαινομετραζίνη κ.ά. Πρόκειται για ουσίες με έντονη ψυχολογική εξάρτηση, αλλά με σχετικά ήπιο σύνδρομο στέρησης, που εκδηλώνεται κυρίως με υπνηλία.
IV. Αλλες ουσίες: διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος (LSD), κανναβινοειδή (χασίς), νικοτίνη κ.ά. Κοινή ιδιότητα αυτών των ουσιών είναι η ψυχολογική εξάρτηση. Σύνδρομο στέρησης δεν παρατηρείται, τουλάχιστον σε κάποιο αξιοσημείωτο βαθμό.

Γονοτοξικότητα
Οι γονοτοξικές επιδράσεις αφορούν στο γενετικό υλικό των κυττάρων και εκδηλώνονται ως μεταλλαξιογένεση, τερατογένεση ή καρκινογένεση. Ο όρος μεταλλαξιογένεση αναφέρεται σε πειραματικά δεδομένα από καλλιέργειες προκαρυωτικών κυττάρων, που υποδηλώνουν ότι ένα φάρμακο ενδέχεται να επηρεάζει επίσης το γονιδίωμα των ευκαρυωτικών κυττάρων.
Σε επίπεδο οργανισμού, η μεταλλαξιογόνος δράση μπορεί να οδηγήσει σε καρκινογένεση (πρόκληση νεοπλασματικής εξαλλαγής, σε συγκεκριμένο τύπο ώριμων
κυττάρων), ή σε τερατογένεση (εντοπισμένη αλλοίωση του γενετικού υλικού ή της φυσιολογικής έκφρασής του, σε αναπτυσσόμενα εμβρυϊκά κύτταρα, που μπορεί να οδηγήσει σε κάποια μικρή ή μεγάλη ανατομική ανωμαλία). Βασική προϋπόθεση για να είναι κάποιος παράγοντας μεταλλαξιογόνος, καρκινογόνος ή τερατογόνος είναι η ικανότητα να αντιδρά με τις πυρηνικές πρωτεΐνες (ιστόνες, όξινες πρωτεΐνες) ή με τα πυρηνικά οξέα (DNA, RNA).
Aπό άποψη μηχανισμού, οι μεταβολές του γονότυπου μπορούν να συμβούν είτε στο μοριακό επίπεδο του DNA ή στο οργανιδιακό επίπεδο των χρωματοσωμάτων. Σε μοριακό επίπεδο, οι συχνότερες μεταβολές είναι η αλλαγή, η προσθήκη ή η εξάλειψη ενός ζεύγους βάσεων. Η αλλαγή είναι συνήθως, αποτέλεσμα υδροξυλίωσης ή απαμίνωσης μίας βάσης. Η προσθήκη ή η εξάλειψη ενός ζεύγους βάσεων επιδρά στην αντιγραφή του m-RNA, με τελικό αποτέλεσμα την σύνθεση νέου τύπου πρωτεϊνικών μορίων. Όταν το νέο μόριο που προκύπτει δεν μπορεί να συμπεριφερθεί λειτουργικά ως βάση πυρηνικού οξέος, τότε είναι δυνατόν να ακολουθήσει διάσπαση της αλυσίδας κατά τη φάση του αναδιπλασιασμού (π.χ. μετατροπή της αδενίνης σε υποξανθίνη, ή της γουανίνης σε ξανθίνη). Ικανότητα αλλαγής βάσης έχει παρατηρηθεί, π.χ., με την υδροξυλαμίνη και τα αλκυλιωτικά φάρμακα.
Σε οργανιδιακό επίπεδο, είναι δυνατό να συμβεί ρήξη χρωματοσωμάτων και λανθασμένος ή ελλιπής ανασυνδυασμός, καθώς και ανισοκατανομή των χρωματοσωμάτων μεταξύ των θυγατρικών κυττάρων. Ο ακριβής μηχανισμός του χιάσματος (crossing-over) και του ανασυνδυασμού, που συμβαίνουν κατά την αναγωγική φάση της μείωσης, είναι άγνωστος. Έχει διαπιστωθεί παρ’όλα αυτά, πως τα μεταλλαξιογόνα αναστέλλουν σημαντικά τον ανασυνδυασμό, με αποτέλεσμα να προκύπτουν πολλά ασύνδετα τμήματα χρωματοσωμάτων. Επειδή ακριβώς η μείωση συμβαίνει στα κύτταρα της γενετικής σειράς (γαμέτες), αυτές οι μεταβολές των χρωματοσωμάτων κληρονομούνται, εφ’όσον είναι συμβατές με την ζωή. Ουσίες που επιδρούν κατά την αναγωγική φάση της μείωσης είναι τα αλκυλιωτικά φάρμακα, η αιθανόλη, η κουμαρίνη, η φαινόλη κ.ά.

Φάρμακα με καρκινογόνες ιδιότητες
Η χημική καρκινογένεση περιλαμβάνει δύο φάσεις. Κατ’αρχήν, απαιτείται η παρουσία ενός καρκινογόνου, που προκαλεί κάποια αρχική μεταβολή στη κυτταρική λειτουργία (‘εκκίνηση’). Κατόπιν, απαιτείται η παρουσία ενός ή περισσότερων συγκαρκινογόνων, επιταχύνουν την εμφάνιση της νεοπλασίας (‘προαγωγή’).
Στις καρκινογόνες ουσίες περιλαμβάνονται οι πολυκυκλικοί υδρογονάνθρακες (παράγωγα του φαιναθρενίου, όπως το βενζοπυρένιο και μεθυλχολανθρένιο), οι αρωματικές αμίνες (παράγωγα της ναφθυλαμίνης, όπως η Ο-αμινοναφθόλη και 2-ναφθυλυδροξυλαμίνη), οι νιτροσαμίνες, η ουρεθάνη και τα αλκυλιωτικά φάρμακα (μεχλωραιθαμίνη, κυκλοφωσφαμίδη, χλωραμβουκίλη, αιθυλενιμίνες, βουσουλφάνη κ.ά).
Ορισμένα εγκεκριμένα φάρμακα, με μικρή ή μεγάλη εφαρμογή στη θεραπευτική, παρουσιάζουν καρκινογόνο δράση στον άνθρωπο, όπως δείχνουν διάφορα επιδημιολογικά δεδομένα (βλ. Πίνακα). Οι αλκυλιωτικοί παράγοντες χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπευτική ως αντινεοπλασματικά φάρμακα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτές οι χημικές ενώσεις ασκούν μεταλλαξιογόνο ενέργεια λόγω της ικανότητάς τους να προκαλούν αναδίπλωση της αλυσίδας του DNA, μεταξύ δύο γειτονικών βάσεων γουανίνης. Αποτέλεσμα αυτού είναι πιθανώς και η αναστολή της αναγωγικής φάσης της μείωσης την οποία προκαλούν. Με αυτή την έννοια, οι αλκυλιωτικοί παράγοντες πρέπει να θεωρηθούν ως κυτταροτοξικά φάρμακα με σχετική εκλεκτικότητα για τα κύτταρα εκείνα που εμφανίζουν έντονες μιτώσεις. Παρά την καρκινογόνο τους ενέργεια, η χρήση των παραγόντων αυτών στην Ιατρική βασίζεται στογεγονός ότι η εμφάνιση χημικής καρκινογένεσης απαιτεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από το προσδόκιμο της επιβίωσης των ήδη πασχόντων από καρκίνο.
Χαρακτηριστικό όλων των καρκινογόνων ουσιών είναι ότι πρέπει να δράσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από διάφορες κλινικές παρατηρήσεις, έχει σημειωθεί ότι για την εμφάνιση κακοήθους νεοπλάσματος στον άνθρωπο μπορεί να χρειαστεί η έκθεση στο παθογόνο αίτιο επί 20-40 χρόνια. Ο μόνος τρόπος προστασίας από την χημική καρκινογένεση είναι η αποφυγή των καρκινογόνων και συγκαρκινογόνων ουσιών. Ο καπνός του τσιγάρου περιέχει βενζοπυρένιο καθώς και διάφορες συγκαρκινογόνες φαινόλες. Σύμφωνα με μία στατιστική μελέτη, το κόψιμο του τσιγάρου θα ελάττωνε την συχνότητα εμφάνισης καρκίνου κατά 30%, στο σύνολο του πληθυσμού.

Πηγή (αρχείο σε pdf)

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Who knows where to download XRumer 5.0 Palladium?
Help, please. All recommend this program to effectively advertise on the Internet, this is the best program!